Ennio Finzi (1931) - Alternando lo sguardo






Μεταπτυχιακό στην καινοτομία και οργάνωση πολιτισμού, δέκα χρόνια στην ιταλική τέχνη.
Προστασία Αγοραστή Catawiki
Η πληρωμή σας είναι ασφαλής μαζί μας μέχρι να παραλάβετε το αντικείμενό σας.Προβολή λεπτομερειών
Trustpilot 4.4 | 139719 κριτικών
Βαθμολογήθηκε με Άριστα στο Trustpilot.
Εννιο Φίντσι, Alternando lo sguardo, μικτή τεχνική σε μαύρο χαρτόνι 35x50 εκ, Ιταλία, Op Art, αρχική έκδοση, 2015, σε εξαιρετική κατάσταση, πωλείται από τη Galleria.
Περιγραφή από τον πωλητή
Ennio Finzi
Παστάλλο σε μαύρο χαρτόνι cm 35x50
Υπογραφή και ημερομηνία στο κάτω δεξιά, τίτλος στα αριστερά
Υπέροχη εργασία του Ennio Finzi με γνήσιο σε φωτογραφία
Εξαιρετικά σπάνια και ποιοτική εργασία
Ανέ χρονια 2000
Ennio Finzi θεωρούνταν ο τελευταίος ζωντανός ζωγράφος διαστημιστής, όπως ο ίδιος θυμάται, το 1951 ήταν μόλις 16 ετών και δεν μπόρεσε να εγγραφεί στο κίνημα της ζωγραφικής του Διαστημισμού όπως έκαναν ο Tancredi Parmeggiani (1931 - 1964) ο οποίος τότε είχε είκοσι χρόνια[3].
Η φιλική σχέση και η καλλιτεχνική κοινή πορεία με τον μεγάλο ζωγράφο Tancredi, που έχει επισημανθεί και από σημαντικά κριτικά κείμενα και εκθέσεις[4], τον οδήγησαν σίγουρα να ενταχθεί στον κύκλο μερικών από τους μεγαλύτερους εκπροσώπους της ζωγραφικής και του πολιτισμού τη δεκαετία του ’50 και του ’60, όπως ο Giuseppe Capogrossi, ο Ettore Sottsass, ο Umbro Apollonio, και να λειτουργεί σε στενή συνάφεια με τους κύριους Βενετσιάνους δασκάλους του κινήματος αυτού, όπως για παράδειγμα ο Virgilio Guidi, o Riccardo Licata ή ο Emilio Vedova,· ήταν πάντα ο Tancredi που τον παρουσίασε στη μεγάλη αμερικανή συλλέκτρια Peggy Guggenheim[5]. Για όλη τη δεκαετία του ’50 ο Finzi διέτρεχε μια αναζήτηση βασικά διαστημιστική, εστιάζοντας στη χρήση του χρώματος και στις δυστονικές και ατονικές επιδράσεις[6], επίσης ερμηνεύοντας τις νέες μουσικές ρεύσεις των χρόνων αυτών από τον Schoenbergianaton σε ασύνδετο be-bop του μαύρου τζαζ[7]. Πράγματι για τον Finzi η Μουσική έχει θεμελιώδη αξία, καθώς ο ίδιος θυμάται ότι για εκείνον η αντίληψη του χρώματος συμβαίνει μόνο κατά 50% μέσω της όρασης και κατά το άλλο 50% με τη συνδρομή της ακοής, διότι το χρώμα δεν έχει μόνο μια εικόνα αλλά και έναν ήχο[8].
Από το 1960 ως το 1978, και λόγω προβλημάτων που συνδέονται με τη δύσκολη πώληση διαστημιστικών έργων σε μια ιστορική στιγμή που ευνοούσε άλλους τύπους έρευνας[9], αποφασίζει να αγκαλιάσει πλήρως τις πιο σύγχρονες αρχές της επιστημονικής και τεχνολογικής ανάλυσης τυπικής αυτών των χρόνων, όχι βέβαια όπως οι καλλιτέχνες της Ομάδας N που πραγματικά χρησιμοποίησαν την ηλεκτρονική και τη φωτιστική τεχνολογία[10], αλλά προσπαθώντας να δημιουργήσει τα ίδια θεμέλια με μια μη-ζωγραφική είδους αναλυτική σε άσπρο-μαύρο, που απομακρυνόταν από τα έντονα χρωματολογικά προηγούμενα, επικεντρώνοντας στην αυτοματισμό και τον συνδυασμό των ρυθμών[11], όντας συνεχώς πιο κοντά στον Κινετισμό[12].
Από το 1978 ο Finzi επαναφέρει το χρώμα ανοίγοντας μια σεζόν που ακολουθεί με κάποιον τρόπο το εκκωφαντικό βομβαρδισμό εικόνων που στις αρχές της δεκαετίας του ογδόντα γίνεται επικρατικός, έτσι που από τα μέσα της δεκαετίας του ογδόντα κουρασμένος από αυτήν την ένταση θα αναζητήσει έναν είδος επιστροφής στην εσωτερική, μετρητική μοναχικότητα συνδυάζοντας στο πεδίο του μαύρου τη χρήση χρώματος για επανεμφάνιση, για ανάδυση, βλέπε τον κύκλο του «Nero-Achromatico» και μετά «Neroiride», έντονα εμπνευσμένος από τη μουσική του Luigi Nono[13] που θα τον οδηγήσει στη δεκαετία του ενενήντα στις σειρές «Grammaticando» και μετά «Flipper» όπου θα επιδιώξει να οργανώσει μια ζωγραφική γλώσσα κωδικοποιημένη σε σημεία και αντίθετες επιχειρήσεις[14]. Ο Ennio Finzi σε όλα αυτά τα χρόνια αναζητούσε επιπλέον συνεχώς έναν τρόπο να εκφράσει την ουσία της «ιδέας», της αίσθησης χρησιμοποιώντας τα εικαστικά μέσα ως εργαλείο και όχι να οικοδομήσει προκαταβολικά ένα αναγνωρίσιμο στυλ, ζωγραφική για τη ζωγραφική[15]. Για να κατανοήσει τον Finzi δεν πρέπει να διαβάζει κανένα μεμονωμένο καλλιτεχνικό στιγμιότυπο σαν να ήταν ξεχωριστό, αλλά να θεωρεί το ολόκληρο εξέλιξης της δουλειάς του στα χρόνια, με τις ασυμφωνίες και αντίφάσεις, εντοπίζοντας ένα κρυφό νήμα[16].
Ξεκίνησε να εκθέτει το 1949 στην Fondazione Bevilacqua La Masa της Βενετίας[17], όπου το 1956 πραγματοποίησε την πρώτη του ατομική έκθεση, μια ίδρυμα που το 1980 του είχε αφιερώσει μια αναδρομική έκθεση.
Έλαβε μέρος το 1959 και το 1999 στη 8η και 13η Π Quadrenniale της Ρώμης[18] και το 1986 στη XLII Biennale Αrt Venezia[19].
Δίδαξε στην Ακαδημία της Βενετίας.
Ennio Finzi
Παστάλλο σε μαύρο χαρτόνι cm 35x50
Υπογραφή και ημερομηνία στο κάτω δεξιά, τίτλος στα αριστερά
Υπέροχη εργασία του Ennio Finzi με γνήσιο σε φωτογραφία
Εξαιρετικά σπάνια και ποιοτική εργασία
Ανέ χρονια 2000
Ennio Finzi θεωρούνταν ο τελευταίος ζωντανός ζωγράφος διαστημιστής, όπως ο ίδιος θυμάται, το 1951 ήταν μόλις 16 ετών και δεν μπόρεσε να εγγραφεί στο κίνημα της ζωγραφικής του Διαστημισμού όπως έκαναν ο Tancredi Parmeggiani (1931 - 1964) ο οποίος τότε είχε είκοσι χρόνια[3].
Η φιλική σχέση και η καλλιτεχνική κοινή πορεία με τον μεγάλο ζωγράφο Tancredi, που έχει επισημανθεί και από σημαντικά κριτικά κείμενα και εκθέσεις[4], τον οδήγησαν σίγουρα να ενταχθεί στον κύκλο μερικών από τους μεγαλύτερους εκπροσώπους της ζωγραφικής και του πολιτισμού τη δεκαετία του ’50 και του ’60, όπως ο Giuseppe Capogrossi, ο Ettore Sottsass, ο Umbro Apollonio, και να λειτουργεί σε στενή συνάφεια με τους κύριους Βενετσιάνους δασκάλους του κινήματος αυτού, όπως για παράδειγμα ο Virgilio Guidi, o Riccardo Licata ή ο Emilio Vedova,· ήταν πάντα ο Tancredi που τον παρουσίασε στη μεγάλη αμερικανή συλλέκτρια Peggy Guggenheim[5]. Για όλη τη δεκαετία του ’50 ο Finzi διέτρεχε μια αναζήτηση βασικά διαστημιστική, εστιάζοντας στη χρήση του χρώματος και στις δυστονικές και ατονικές επιδράσεις[6], επίσης ερμηνεύοντας τις νέες μουσικές ρεύσεις των χρόνων αυτών από τον Schoenbergianaton σε ασύνδετο be-bop του μαύρου τζαζ[7]. Πράγματι για τον Finzi η Μουσική έχει θεμελιώδη αξία, καθώς ο ίδιος θυμάται ότι για εκείνον η αντίληψη του χρώματος συμβαίνει μόνο κατά 50% μέσω της όρασης και κατά το άλλο 50% με τη συνδρομή της ακοής, διότι το χρώμα δεν έχει μόνο μια εικόνα αλλά και έναν ήχο[8].
Από το 1960 ως το 1978, και λόγω προβλημάτων που συνδέονται με τη δύσκολη πώληση διαστημιστικών έργων σε μια ιστορική στιγμή που ευνοούσε άλλους τύπους έρευνας[9], αποφασίζει να αγκαλιάσει πλήρως τις πιο σύγχρονες αρχές της επιστημονικής και τεχνολογικής ανάλυσης τυπικής αυτών των χρόνων, όχι βέβαια όπως οι καλλιτέχνες της Ομάδας N που πραγματικά χρησιμοποίησαν την ηλεκτρονική και τη φωτιστική τεχνολογία[10], αλλά προσπαθώντας να δημιουργήσει τα ίδια θεμέλια με μια μη-ζωγραφική είδους αναλυτική σε άσπρο-μαύρο, που απομακρυνόταν από τα έντονα χρωματολογικά προηγούμενα, επικεντρώνοντας στην αυτοματισμό και τον συνδυασμό των ρυθμών[11], όντας συνεχώς πιο κοντά στον Κινετισμό[12].
Από το 1978 ο Finzi επαναφέρει το χρώμα ανοίγοντας μια σεζόν που ακολουθεί με κάποιον τρόπο το εκκωφαντικό βομβαρδισμό εικόνων που στις αρχές της δεκαετίας του ογδόντα γίνεται επικρατικός, έτσι που από τα μέσα της δεκαετίας του ογδόντα κουρασμένος από αυτήν την ένταση θα αναζητήσει έναν είδος επιστροφής στην εσωτερική, μετρητική μοναχικότητα συνδυάζοντας στο πεδίο του μαύρου τη χρήση χρώματος για επανεμφάνιση, για ανάδυση, βλέπε τον κύκλο του «Nero-Achromatico» και μετά «Neroiride», έντονα εμπνευσμένος από τη μουσική του Luigi Nono[13] που θα τον οδηγήσει στη δεκαετία του ενενήντα στις σειρές «Grammaticando» και μετά «Flipper» όπου θα επιδιώξει να οργανώσει μια ζωγραφική γλώσσα κωδικοποιημένη σε σημεία και αντίθετες επιχειρήσεις[14]. Ο Ennio Finzi σε όλα αυτά τα χρόνια αναζητούσε επιπλέον συνεχώς έναν τρόπο να εκφράσει την ουσία της «ιδέας», της αίσθησης χρησιμοποιώντας τα εικαστικά μέσα ως εργαλείο και όχι να οικοδομήσει προκαταβολικά ένα αναγνωρίσιμο στυλ, ζωγραφική για τη ζωγραφική[15]. Για να κατανοήσει τον Finzi δεν πρέπει να διαβάζει κανένα μεμονωμένο καλλιτεχνικό στιγμιότυπο σαν να ήταν ξεχωριστό, αλλά να θεωρεί το ολόκληρο εξέλιξης της δουλειάς του στα χρόνια, με τις ασυμφωνίες και αντίφάσεις, εντοπίζοντας ένα κρυφό νήμα[16].
Ξεκίνησε να εκθέτει το 1949 στην Fondazione Bevilacqua La Masa της Βενετίας[17], όπου το 1956 πραγματοποίησε την πρώτη του ατομική έκθεση, μια ίδρυμα που το 1980 του είχε αφιερώσει μια αναδρομική έκθεση.
Έλαβε μέρος το 1959 και το 1999 στη 8η και 13η Π Quadrenniale της Ρώμης[18] και το 1986 στη XLII Biennale Αrt Venezia[19].
Δίδαξε στην Ακαδημία της Βενετίας.
